βερβερίζω

βερβερίζω,
A = βατταρίζω, in later Greek, EM191.35.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βερβερίζειν — βερβερίζω pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βερβερίζων — βερβερίζω pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρβαρίζω — και βερβερίζω (AM βαρβαρίζω και Μ βερβερίζω) 1. κάνω γλωσσικά σφάλματα, κυρίως γραμματικά 2. βγάζω άναρθρους φθόγγους νεοελλ. 1. φλυαρώ 2. τρομάζω, φρίττω αρχ. 1. συμπεριφέρομαι ή μιλάω σαν βάρβαρος, σαν να μην είμαι Έλληνας 2. μιλάω παρεφθαρμένα …   Dictionary of Greek

  • мумлить — мумрить сосать, вяло, медленно жевать , вост. (Даль), невнятно говорить . Звукоподражание, подобно сербохорв. му̀мљати, му̀млати бормотать , словен. mumljati – то же, чеш. mumlati ворчать , кашуб. mumlac медленно жевать , mumrzec ворчать , в. луж …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.